Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

ΚΡΑΥΓΗ

«Μακάρι ο πατέρας μου, η μάνα μου, ή και οι δυο τους, μιας και ήταν συνυπεύθυνοι για τούτη την πράξη, να ήξεραν τι έκαναν την ώρα της σύλληψής μου' διότι αν είχαν καλοσκεφτεί πόσα εξαρτώνταν από εκείνη τη στιγμή' - ότι έθεταν τα θεμέλια όχι μόνο για τη δημιουργία ενός Ελλόγου Όντος αλλά και για την υγιή διάπλαση και θερμοκρασία του κορμιού του, την ευφυΐα και πιθανότατα την ίδια την ιδιοσυγκρασία του' - και ότι, αν έκαναν κάτι στραβά, ακόμα και η μοίρα ολόκληρου του σπιτιού θα έπαιρνε διαφορετική τροπή εξαιτίας των διαθέσεων και των χυμών που θα επικρατούσαν.» Μακάρι! Να ήξεραν. Όμως άλλα σκεφτόντουσαν φαίνεται. Άλλα ονειρευόντουσαν. Τα δικά τους. Εκείνα που αργότερα θα γίνονταν τα κατά-δικα τους. Ή ακόμα και η καταδίκη τους. Εκείνος ψηλός, μπρατσάτος και καταφερτζής στα τέλη των είκοσι του. Eκείνη ετών είκοσι δύο. Με μια εφηβεία αργοπορημένη. Εύθραυστη στην εμφάνιση, ατσάλι στη ψυχή. Σκληρή. Ανέγγιχτη αν και εν αγνοία της, από αλήθειες και πραγματικότητες της ζωής. Μια προσωποποιημένη αντίσταση. Σε τούτα, σε εκείνα. Σε όλα και για όλα. Αντίδραση. Ανήσυχο νιάτο. Εκείνος ακόμα έφηβος στη ψυχή, στην ιδιοσυγκρασία αλλά και στην εμφάνιση. Πιο τρυφερός και από τη καρδιά ενός μαρουλιού, σαν διαφήμιση τόνου. Καμιά σχέση με τα γυμνασμένα μπράτσα του η ευαίσθητη καρδιά του. Παραδόξως τη γοήτευε. Στα μπράτσα του κρέμασε όλες τις καλά κρυμμένες ανασφάλειες της. Στο ανέμελο τσουλούφι του την γραμμή των οριζόντων της. Και στη τρυφεράδα του βλέμματος του, την από καιρό χαμένη της αθωότητα. Διάνυσαν όλο –όσο και να ήταν αυτό- το διάστημα της πορείας τους μαζί. Εκείνη τον έπεισε με τα άκομψα τσαλίμια και τα νάζια της πως όλα είναι προσωρινά και πως τη ζωή τη ζούμε σήμερα και μόνο σήμερα. Το αύριο δεν υπήρχε ούτε σαν έννοια, ούτε σαν λέξη στις αποθήκες του μυαλού της. Επιπόλαιη, θα την έλεγαν άλλοι. Μπερδεμένη ψυχούλα, την είπε εκείνος. Που ακόμα πίστευε πως η μοίρα τον έστειλε για να βοηθήσει και να αλλάξει τον συνάνθρωπο. Μέχρι τα είκοσι της που οι δρόμοι τους διασταυρώθηκαν είχε περάσει από κάμποσα αρσενικά. Πόσα; Δε μπορούσε να θυμηθεί. Μα ούτε και που την ένοιαζε. Γιατί εκτός από το αύριο, ούτε και το χτες το ‘χε σε μεγάλη υπόληψη. Σήμερα! Και μόνον αυτό! Εκείνος τα βράδια της μιλούσε με αποφθέγματα μεγάλων αντρών. Και βαθιά μέσα του πίστευε πως το μονοπάτι της αργά ή γρήγορα θα φωτιζόταν. Ήταν η δική του άσκηση στη ζωή, αν και πολύ αργότερα αναθεώρησε και αντέστρεψε τούτη τη λογική. Μαζί της έμαθε σιγά-σιγά να καπνίζει. Όχι μόνο τσιγάρο. Δεν γνώριζε άλλο τρόπο από το να γίνεται ένα με τις συνήθειες της για να τη φέρνει κοντά του. Φιλαράκια. Κολληταράκια. Παρεούλα. Ζευγάρι. Δεν έχανε ούτε στιγμή το κουράγιο του μα ούτε και παρέκκλινε του αρχικού σχεδίου διάσωσης. Η φύση ελεύθερη-όπως εκείνη αποκαλούσε- την ιδιοσυγκρασία της τον γοήτευε. Οι απότομες και απρόσμενες εναλλαγές στη ψυχολογία της μεγάλωνε τη πρόκληση. Από το τσιγαριλίκι πέρασε γρήγορα στα βαριά. Για να τη συντροφεύει. Για να μπορεί να τη κατανοεί. Για να μην αφήσει το χέρι της να ξεγλιστρήσει μέσα από το δικό του. Για να μη χάσει και το υπόλοιπο βέβαια σώμα της που τον συνέπαιρνε κάθε φορά της συνεύρεσης τους. Και που του άναβε όλα τα φώτα. Κάποτε το φως τρεμόπαιξε για λίγο. Κάποτε οι χυμοί τους έσμιξαν αλλιώτικα. Κάποτε οι βαριές τους ανάσες και το τρελό αγκομαχητό της, έγιναν εντονότερα μέσα στις τουαλέτες κάποιου κλαμπ που το όνομα του έμοιαζε με πράσινο παπαγάλο. Και μπούκαρε ξαφνικά η αστυνομία κάνοντας συλλήψεις. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή έγινε και η δική μου η σύλληψη. Δικάστηκαν ανάμεσα σε άλλους. «...Ήταν συνυπεύθυνοι για τούτη την πράξη. Έπρεπε να ήξεραν τι έκαναν...» Έπρεπε να γνώριζαν. Έπρεπε να απόφευγαν εκείνη τη στιγμή. Την ώρα της σύλληψής τους και της δικής μου. «...Διότι αν είχαν καλοσκεφτεί πόσα εξαρτώνταν από εκείνη τη στιγμή, θα πρόσεχαν. Διότι αν γνώριζαν ότι έθεταν τα θεμέλια όχι μόνο για τη δημιουργία ενός Ελλόγου όντος αλλά και για την υγιή διάπλαση και θερμοκρασία του κορμιού του, την ευφυΐα και πιθανότατα την ίδια την ιδιοσυγκρασία του, θα πρόσεχαν...» Διότι αν πρόσεχαν «η μοίρα ολόκληρου του σπιτιού θα έπαιρνε διαφορετική τροπή εξαιτίας των διαθέσεων και των χυμών που θα επικρατούσαν.» Διότι γεννήθηκα μέσα από μια αναμπουμπούλα. Χωρίς να μοιάζω με κανένα άλλο. Διότι γεννήθηκα με ανάγκες. Πολλές. Στο σώμα αλλά και στη ψυχή. Και διότι εκ τότε το σπίτι έγινε ένας καθημερινός χώρος άσκησης και για τους δυο. Και διότι δε έχω τη δυνατότητα να τους ευχαριστήσω όταν εκείνος με κουβαλά σηκώνοντας με στα όχι και τόσο στιβαρά του πια μπράτσα. Κι όταν εκείνη με καθαρίζει από τις ανθρώπινες μου ακαθαρσίες. Δε μπορώ. Δεν έχω την ικανότητα να τους ευχαριστήσω για όλα όσα μου προσφέρουν καθημερινά εδώ και είκοσι δύο τώρα χρόνια... Παραγραφος σε εισαγωγικά: από το βιβλίο Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΤΡΙΣΤΡΑΜ ΣΑΝΤΙ Λόρενς Στερν Μετάφραση Έφη Καλλιφατίδη Εκδόσεις Gutenberg - Orbis Literae

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου